Ελληνικά (Ελλάδα) English (United States) Türkçe (Türkiye)


Καταγράψτε εδώ τη δική σας Συνταγή / Πληροφορία


ForumFORUM Χώρος Συζήτησης










http://www.cyprusfoodndrinks.com
Newsletter
*

Αναζήτηση Τεκμηρίων

Τίτλος
Γιαγκουλλής Κ. Γ. (2009), Θησαυρός Κυπριακής Διαλέκτου. Ερμηνευτικό, Ετυμολογικό, Φρασεολογικό και Ονοματολογικό Λεξικό της Μεσαιωνικής και Νεότερης Κυπριακής Διαλέκτου, Βιβλιοθήκη Κυπρίων Λαϊκών Ποιητών,70, Εκδόσεις Theopress, Λευκωσία.


  • Σχετική Βιβλιογραφία


Σχετική Βιβλιογραφία

Φωτογραφίες


Συνημμένα




Περισσότερα


Σχετικό Περιεχόμενο - Σιτηρέσιο
αχράντα,η
Ο άρτος που προσφέρεται από τους εορτάζοντες στην εκκλησία.     
ζιαφέττιν,το
Το συμπόσιο, η διασκέδαση.
κανίσ̆σ̆ιν - κανίσκιν,το
Το κανίσκι.
καττίκκιν,το
Το προσφάγι.
καφαρτίν - καφαρδίν,το
Το πρόγευμα.
μεζές,ο - μεζελλίκκιν - μεζεκλίκκιν,το
μπούκκωμαν - πρόεμαν ή μπρόεμαν,το
Το πρωινό.
Σχετικό Περιεχόμενο - Σκεύη - εργαλεία
αβάτζ̆η (αβάτζη),η - αβάτζ̆ιν (αβάτζιν),το
Σκάφη του αλευρόμυλου.  
αγκουράς,ο
Ξύλο που συνδέει τη βουκάνη με τον ζυγό.   
αδκιάτζ̆ιν (αδκιάτζιν),το
Τα αδκιάτζια χρησιμοποιούνταν στη διαδικασία του αλωνίσματος.
αθθαλιά,η
Η τρύπα του πώματος του πιθαριού απ' όπου αερίζεται ο ανθός του κρασιού.  
ακάιν,το
Σιδερένιος ή ξύλινος κρίκος στα άκρα του αρότρου.  
ακονόροτσος,ο
Σκληρή πέτρα.  
άλετρον,το
Παραδοσιακό γεωργικό εργαλείο που χρησιμοποιούσαν οι γεωργοί για να οργώσουν τη γη.  
αλωνόβερκα,η
Ράβδος που χρησιμοποιούσαν στα αλώνια.
αμμαδκιά,η - αμμάθκια,τα
Παρωπίδα του ζώου από φύλλα φοινικιάς.  
αμμάτιν - αμμάτισμαν,το
Το μακρύ ξύλο του αλετριού που το συνδέει με τον ζυγό και τα ζώα.  
άμπικας,ο
Μεγάλη χύτρα ή καζάνι.  
αμπούστα,η
Ογκομετρικό δοχείο χωρητικότητας (33 x 24 εκ.) 1/2 κιλού.        
αντζ̆ειόν (αντζειον),το
Σκεύος, πιάτο.
αντουλ(λ)ιά,η - αντιλίν,το
Δοχείο νεροκολοκυθιάς.  
απόσ̆η (απόση),η
Αλιευτικό όργανο.  
άππος,ο
Ξύλινο σφαιρικό αγγείο.  
αρβάλιν,το
Είδος κοσκίνου.  
αρμάριν,το
αρμαρόλλα,η
Πιατοθήκη και βιτρίνα με ντουλάπια.  
αρμιθκιές,οι
Είδος μονόφυλλων διχτύων.  
ασκίν - ασ̆σ̆ίν (ασσίν),το
Δερμάτινος σάκος.  
βακανάς,ο
βάττα,η
Είδος κούζας [στάμνας].
βερκίν,το
Μικρό κλαδί ή βέργα αλειμμένη με κολλητική ουσία, που χρησιμοποιείται ως παγίδα για μικρά ωδικά πουλιά, κυρίως αμπελοπούλια.
βλασ̆σ̆ίν (βλασσίν) - νεροκόλοκον - κολότζ̆ιν (κολότζιν),το
Το βλασσίν, η λεγόμενη κολόκα, εμφανίζεται στο λαϊκό παραμύθι «Ο Σπανός τζι’ οι Σαράντα Δράτζιοι». «Αμμάν επήασιν έσσω, εσκεφτήκασιν την νύχτα να σκοτώσουν τον Σπανόν την ώρα που τζοιμάται, αμμά ο Σπανός άκουσεν τους. [...] τζι’ έπιαεν μιαν κολάκαν μηάλην, εγέμωσεν την κρασίν, εστούππωσεν την τζι’ έβαλεν την μεσ’ στο κρεβάτιν. Εσσιέπασεν την με το πάπλωμαν τζι’ έβκην ‘πά’ στο δώμαν τζι’ έκατσεν. Ύστερα που λλίην ώραν ακούει ττοπουζιές. [...] Που την πρώτην ττοππουζιάν η κολόκα έσπασεν τζιαι το κ...
βούππος - γούππος,ο, - βουφκιά,η
Το βαθούλωμα (κοίλο) της σανίδας όπου τοποθετούνται τα ψωμιά που ζυμώθηκαν.
βούρνα - γούρνα,η και βουρνίν,το
Σκάφη για ζύμωμα ή μπουγάδα.
βουτζ̆έντρα (βουτζέντρα) - καματόβερκα,η
Το βούκεντρο.
βουτζ̆ίν (βουτζίν) - βουτσίν - βουτσίον - βουττίν,το
Είδος δοχείου.
γαλευτήριν,το
Πήλινο σκεύος μέσα στο οποίο έβαζαν το γάλα όταν άρμεγαν τα ζώα.
δικράνιν - τσ̆αττάλιν (τσαττάλιν) - σ̆εττάλιν (σεττάλιν),το
Γεωργικό εργαλείο.
δουκάνη,η
Εργαλείο για το λιάνισμα των δημητριακών. Χρησιμοποιείται στο αλώνισμα.
ζεμπίλιν,το
θερνάτζ̆ιν (θερνάτζιν) - πενταόντιν,το
Εργαλείο για το αλώνισμα.
καλαμωτή,η
καντήλα,η
Το ποτήρι. / Η λυχνία.
καρρέττα,η - βουάμαξον,το
Το κάρρο.
κκαππακλίν,το
Μεταλλικό δοχείο με κάλυμμα για μεταφορά και φύλαξη τροφής.
κκεσέ,η - κ(κ)ιασές,ο
Δοχείο γιαουρτιού.
κορύπα,η - κορύπιν,το
Κανάτι.
κορυποστάς ή κορυποστάτης,ο
Σταμνοστάτης, στασίδι κορύπας [κανατιού].
κούζα,η
Υδρία χωρητικότητας οκτώ οκάδων.
κουκκουρκά - κουκκουργιά,η - κουκκουρίν,το
Κοφίνι μακρύ και ψηλό για μεταφορά των χοίρων, ορνίθων, ξόβεργων κ.ά.
κουκουμάριον,το - κουκκουμάρα,η
Κανάτι, κλειστό αγγείο για την παράθεση νερού ή κρασιού στο τραπέζι.
κούμνα,η - κουμνίν,το - κούμνος,ο
Είδος πήλινου δοχείου για φύλαξη τροφών.
κούππα,η
Η κούπα. / Το σκουτέλλι.
κουπποσάνι(δ)ον,το
Σανίδα με κοιλώματα για την τοποθέτηση των ψωμιών κατά το φούρνισμα.
κουρελ(λ)ός,ο
Ανοιχτόλαιμη στάμνα με δύο λαβές.
κουρτέλ(λ)α,η
Λεπίδα μαχαιριού, το μαχαίρι.
λαβέζιν,το
Η χάλκινη χύτρα.
λαμιτζάνα - δαμετζάνα,η
Η νταμιτζάνα.
μα(γ)είρισσα,η
Η κατσαρόλα.
μαζράτζ̆ιν (μαζράτζιν) ή μαρζάτζ̆ιν (μαρζάτζιν),το
Ξύλινη κυλινδρική ράβδος.
μασάτης,ο - μασάτιν - μασάτζ̆ιν (μασάτζιν),το
Εργαλείο για το ακόνισμα των μαχαιριών.
ματσούρα,η
Καλάμι που χρησιμοποιείται για το ανακάτεμα του γάλακτος / Το υπόλοιπο του σαρώθρου [σκούπα φτιαγμένη από κλαδιά].
μερρέχα,η
Το μυροδοχείο.
μεσαρούιν,το
Είδος κόσκινου.
μουδούριν,το
Ασκί μέσα στο οποίο έβαζαν το κρασί για τη μεταφορά του στις πόλεις από τα κρασοχώρια.
μπότης,ο
Πήλινο δοχείο.
ξύστρος,ο
Σιδερένιο ή ξύλινο όργανο, με το οποίο ξύνουν.
πηννιάδα - πιννιά(δ)α - πιννιαού(δ)α - πινιαούρα,η
Πήλινο αλειφτό αγγείο, χύτρα.
πιλάντζα,η
Η ζυγαριά.
πιν(ν)ιά,η
Ποτήρι κρασιού. Σημαίνει και την πόση, αλλά και το κέρασμα.
ποτίλλια,η
Η μποτίλια.
πότσα,η
Η φιάλη, το μπουκάλι.
σάρακλον,το
Ο βωλοκόπος.
σατσ̆ίν (σατσίν),το
Το σακκί.
σ̆ερομύλιν (σερομυλίν),το - σ̆ερόμυλος (σερόμυλος) - σ̆ορόμυλος (σορόμυλος),ο
Ο χειρόμυλος.
ταλάριν,το
Στρογγυλό πλεκτό καλάθι όπου βάζουν το νέο τυρί για να σειρώσει ο ορρός.
ταμπούκκα - ταμπουκκιά - ταμπουτσ̆ιά (ταμπουτσιά),η - ταμπούτσ̆ιν (ταμπούτσιν),το
Κόσκινο χωρίς τρύπες.
τζ̆ουσβές (τζουσβές) ή τζ̆ισβές (τζισβές),ο - μπρίκκιν ή ιμπρίκκιν,το
τσέστος,ο - τσέστα,η - τσέστον,το
Είδος πανεριού.
τυροσκάμνιν - τυροσάνιδον,το
Στενό σανίδι που χρησιμοποιείται για την κατασκευή αναρής και χαλλουμιών.
φασούλιν,το - φασούλα,η
Δρεπάνι μικρότερου μεγέθους.
ψαθαρκά,η
Καλαμωτή για μεταξοσκώληκες ή σκέπασμα οροφής.
Σχετικό Περιεχόμενο - Συνταγές
αβκωτές,οι
Κυπριακό πασχαλινό έδεσμα. "Στην περιφέρεια του φύλλου βάζουμε δύο λωρίδες ζυμαριού αφού τις πλάσουμε. Βάζουμε μέσα τη ζύμη (περίπου μια χούφτα) και στη μέση το αβγό. Με άλλες δύο λωρίδες, πιο χοντρές, σταυρώνουμε τη ζύμη (μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη φαντασία μας και να φτιάξουμε διάφορα σχήματα)"  (Προφ. μαρτυρία: Κυριάκος Ζωγράφου, 44 ετών, Πάφος).
γλυσταρκές,οι
Χαρακτηριστικό των γλυσταρκών είναι το στρογγυλό τους σχήμα και οι πολλαπλές διασταυρώσεις λωρίδων ζύμης. Ο τρόπος διασταύρωσης των λωρίδων συχνά παραπέμπει στην πλέξη υφασμάτων ή ψαθιών.
ζαλατίνα,η
Παραδοσιακά η ζαλατίνα στην Κύπρο φτιαχνόταν μετά τη σφαγή του καλοαναθρεμμένου χοίρου, του οποίου χρησιμοποιούσαν συνήθως την κεφαλή και τα πόδια. Το κρέας βραζόταν καλά και αρτυζόταν με αλάτι, πιπέρι, κομμάτια κόκκινης καυτερής πιπεριάς και δενδρολίβανο. Προσέθεταν επίσης ξίδι, χυμό από νεράντζια και λεμόνια.
καούκκος,ο
"Όταν γίνει η καραμέλα, προσθέτουμε σε αυτήν λίγα-λίγα τα αμύγδαλα. Ακολούθως τοποθετούμε τα καραμελωμένα αμύγδαλα με κουτάλι πάνω σε κάθε φύλλο λεμονιάς" (Προφ. μαρτυρία: Γιαννούλα Ελευθεριάδη, Ασγάτα - Λεμεσός).
πορτός,ο
"Βάζουμε το μουστάρι στη φωτιά μαζί με το σιτάρι και το αφήνουμε σε σιγανή φωτιά να καταστηθεί [καταστήννω = βράζω κάτι μέχρι να απορροφηθεί ή να εξατμιστεί το νερό του]" (Προφ. μαρτυρία: Μαρίνα Κοιλιάρη, Κυπερούντα - Λεμεσός, στις Κουρρή και Λαζάρου 2007, αδημοσίευτα στοιχεία).
σησαμόπιττες,οι
Η συνταγή προέρχεται από τη Μαραθάσα. Οι σησαμόπιττες ήταν ένα από τα προϊόντα που πουλούσαν οι Μαραθεύτες στα πανηγύρια μαζί με οπωρικά, ξηρούς καρπούς, σουσιούκκον και παστέλλιν.
Σχετικό Περιεχόμενο - Τεχνικές παρασκευής τροφίμων
αβτέλιασμαν,το
Ασθένεια που προσβάλλει κατοικίδια και παραγωγικά ζώα.
αγκαλιαρκά,η
Η εργάτρια που δένει δεμάτια.
ανατζ̆ίνημαν (ανατζίνημαν),το
Η ανανέωση του προζυμιού.
απλωταρκάτης,ο
Ο πρωταρκάτης [αρχιεργάτης] στον θερισμό ή στο κλάδεμα.
αρβάλισμαν,το
Το κοσκίνισμα του καρπού μετά το ανέμισμα.
ασ̆ερόμπασμαν (ασερόμπασμαν),το
Το κουβάλημα και η απόθηκευση του άχυρου στον αχυρώνα.
ζαλατίνα,η
Παραδοσιακά η ζαλατίνα στην Κύπρο φτιαχνόταν μετά τη σφαγή του καλοαναθρεμμένου χοίρου, του οποίου χρησιμοποιούσαν συνήθως την κεφαλή και τα πόδια. Το κρέας βραζόταν καλά και αρτυζόταν με αλάτι, πιπέρι, κομμάτια κόκκινης καυτερής πιπεριάς και δενδρολίβανο. Προσέθεταν επίσης ξίδι, χυμό από νεράντζια και λεμόνια.
παραγωγή ζιβανίας,η
Τεχνική, μέρη καζανιού και χρήσεις ζιβανίας.
τυρόπ(κ)ιασμαν,το
Η τυροκόμηση, η διαδικασία μετατροπής του γάλακτος σε τυρί.
Σχετικό Περιεχόμενο - Τρόφιμα
αβρόσ̆σ̆ιλλα (αβρόσσιλλα),η
Σκίλλα η παράλιος.
αγνιά - αχνιά,η
Ο αφρός ή το πάχος του γάλακτος.
αγνοτύριν,το
Τυρί που γίνεται από αγνιά αιγοπροβάτων.
αγρέλ(λ)ιν,το
Το άγριο σπαράγγι.
άγριν,το - άγρη,τα
Τα εκλεκτά μέρη του κρέατος του λαγού.
αδρούππα,η
Καρπός της ελιάς.
αθερίνα,η
Μικρό ψάρι που ζει στη θάλασσα.
αϊράνιν,το
Δροσιστικό ποτό από γιαούρτι.
αλαπαθκιά,η
Το λάπαθο.
αλάρμη,η
Αλατισμένο νερό.
αμματόβουδον,το
Είδος μεγάλου δαμάσκηνου.
αμπελοπούλ(λ)ιν,το
Τα αμπελοπούλια είναι αυστηρά προστατευόμενο είδος άγριων πτηνών στην Κύπρο.Η θανάτωση / το κυνήγι και η κατοχή / κατανάλωση αμπελοπουλιών απαγορεύονται.
αντελούνικον - αμπελούνικον,το
Ποικιλία σύκου.
αντρουκλιά,η
Η αγριοκουμαριά.
αουστάπκια,τα
Είδος αχλαδιών που ωριμάζουν τον Αύγουστο.
απάτζ̆ιν (απάτζιν),το
Ψαχνό μέρος του σώματος του χοίρου.
αποστολιτζ̆ές (αποστολιτζές) ελιές,οι
Είδος ελαιόδεντρων μεταξύ ήμερης και άγριας ελιάς.
απόχτιν,το
Συντηρημένο αιγοπρόβειο κρέας. Παραδοσιακός μεζές με έντονη αλμυρή γεύση.
αρκάππης,ο
Η αγριοαχλαδιά.
αρκατένα,τα
Ξεχωριστό είδος κουλουριών που ζυμώνονται με προζύμι από ρεβίθια. Για να πετύχει ο αρκάτης, δηλαδή το προζύμι για τα αρκατένα, πρέπει τα ρεβίθια να είναι καλόψητα.
αρκοκολόκασον,το
Το φυτό Άρον του Διοσκουρίδη (Arum dioscoridis), του οποίου η ρίζα είναι εδώδιμη. Σε εποχές μεγάλης σιτοδείας χρησιμοποιήθηκε ως υποκατάστατο του κοκολασιού.
αρκοπέζουνον,το
Το αγριοπερίστερο.
αρκοπομηλορκά,η
Άγριο χόρτο.
αρκόσ̆οιρος (αρκόσιοιρος),ο
"Μια από τις δοκιμασίες που οι δράκοι έβαλαν στο Σπανό ήταν να σκοτώσει έναν αγριόχοιρο. Αφού καταφέρνει να πείσει τους δράκους να τον προσκαλέσουν να μείνει μαζί τους, αυτοί του ζητούν να σκοτώσει ένα αρκόσιοιρο για να τον φάνε."Από την έκδοση: Κυπριακόν Παραμύθιν, Ο Σπανός τζι’οι Σαράντα Δράτζιοι.Αποδελτίωση: Μαρία Τσαγγάρη
αρκοτζ̆ινάρα (αρκοτζινάρα),η
Η αγριαγκινάρα τρώγεται φρέσκα και μαγειρεμένη. Οι μίσχοι συνοδεύουν βραστά όσπρια, κυρίως φασόλια και λουβιά. Οι αγκινάρες τους γίνονται βραστές, τηγανίζονται με αβγά ή με κρέας και πατάτες στην κατσαρόλα και είναι πολύ εύγευστες.
αρκοτρανταφυλλιά,η
Η αγριοτριανταφυλλιά.
αρτυσ̆ιά (αρτυσιά),η
Είδος μπαχαρικού, πολύ συνηθισμένο στον παραδοσιακό τταβά αλλά και σε άλλα εδέσματα.
ασ̆ουρές (ασουρές),ο
Έδεσμα.
ασ̆σ̆έλ(λ)ιν (ασσέλ(λ)ιν),το
Οι κάτοικοι της Κυθρέας έγδερναν και έκοβαν σε μικρά κομμάτια τα χέλια, τα αλάτιζαν και τα έβαζαν σε στερκό, δηλαδή ξηρό, κρασί για μία έως δύο ημέρες. Στην ίδια περιοχή συνήθιζαν επίσης να τα ψήνουν ή να τα τηγανίζουν.
ατζ̆ίδα (ατζίδα) ή ατζ̆ία (ατζία),η
Κομμάτι ψωμιού από άκρη ή γωνιά.
ατρασ̆ία (ατρασία) - ατρατζ̆ί(δ)α (ατρατζί(δ)α),η
Το φυτό αυτό ανήκει στην κατηγορία των πικρών χόρτων. Τρώγεται πριν από την άνθισή του και μαγειρεύεται ολόκληρο, βραστό και με διάφορα όσπρια.
βαβάτσινος,ο
Ο καρπός της βαβατσινιάς, δηλαδή της μουριάς, ή διαφόρων ειδών βάτου.
βαζάνιν,το
Η μελιτζάνα.
βάκλα,η
Έτσι ονομαζόταν το λίπος από την παχία και μεγάλη ουρά των κυπριακών προβάτων.
βανέλλιν,το
Είδος αποδημητικού πτηνού, το κρέας του οποίου ήταν εδώδιμο.
βάρτικον,το
Ποικιλία κυπριακού σύκου. Τα βάρτικα σύκα είναι μεγάλα, σε σχήμα αχλαδιού, και θεωρούνται εξαιρετικά εύγευστα.
βαυτζ̆ίν (βαυτζίν),το
Με την ονομασία αυτή αποκαλούν οι Κύπριοι το άγριο καρότο.
βέρικον,το
Ποικιλία σταφυλιού για επιτραπέζια χρήση.
βλαντζ̆ίν (βλαντζίν) - βλαγγίν,το
Το συκώτι.
γαλατούνα,η
Αγριόχορτο της κυπριακής φύσης, το οποίο πήρε το όνομά του από τον γαλακτώδη χυμό των φύλλων του. Το έτρωγαν βραστό με λαδόξιδο.
γρούτα,η
Είδος χυλού, έδεσμα.
δροσινόν,το
Φρέσκο ανάλατο τυρί.
έψημαν,το
Το έψημαν είναι φυσικό σιρόπι που φτιάχνεται με το βράσιμο και τη συμπύκνωση του μούστου. "Δένει" όταν στο καζάνι του βρασμού μείνει το 1/3 (ακόμα και το 1/4) της αρχικής ποσότητας.
ζαλατίνα,η
Παραδοσιακά η ζαλατίνα στην Κύπρο φτιαχνόταν μετά τη σφαγή του καλοαναθρεμμένου χοίρου, του οποίου χρησιμοποιούσαν συνήθως την κεφαλή και τα πόδια. Το κρέας βραζόταν καλά και αρτυζόταν με αλάτι, πιπέρι, κομμάτια κόκκινης καυτερής πιπεριάς και δενδρολίβανο. Προσέθεταν επίσης ξίδι, χυμό από νεράντζια και λεμόνια.
ζαμπούκκος,ο
Το φυτό ακτή, κουφοξυλιά.
ζαχαρά - ζαφορά,η - σαφράν το
Η ζαχαρά ή το σαφράν είναι ένα πανάρχαιο μπαχαρικό το οποίο αποτελείται από τα κόκκινα αποξηραμένα στίγματα του μοβ λουλουδιού του φυτού κρόκος (Crocus Sativus).
ζιβανία - ζιβάνα,η
Το απόσταγμα κρασιού που παράγεται σε ειδικά καζάνια με τη μέθοδο της απόσταξης.
ζιζίμπριν - τζιτζίβριν,το
ζούκκιν,το
Το ούζο.
καϊσίν και χρυσόμηλον,το
Είδη βερικόκων.
κανναούριν,το
καούκκος,ο
Καραμελωμένα αμύγδαλα.
καουρκάς,ο ή καουρκά,η
Σιτάρι φρυγανισμένο στη σάτζ̆ην, που τρώγεται κυρίως από παιδιά.
καουρμάς,ο
Ο καβουρμάς.
καππαμάς,ο
Ο καπαμάς.
καπύρα,η
Η φρυγανιά / Το ψητό γουρουνόπουλο.
καράολος,ο
Το σαλιγκάρι.
κατσούρα,η
"Κατσούραν έν' που κάμναμενστα κάρβουνα ψημένην,στο λάδιν την βουττούσαμενμε άλας αρτυμένην" (Λαζάρου 2004, 29).
καττιμέριν,το
Είδος γλυκύσματος με ζύμη από αλεύρι.
καυκαλ(λ)ιά,η
καυκάλλιν - καύκαλλον,το
Το καύκαλο του ψωμιού.
καυκαρού(δ)α,η
Είδος αγριοαγκινάρας.
καφούρ(κ)α,η - καφούριν,το
Η λεπτή τσίππα που σχηματίζεται στην επιφάνεια του γάλακτος.
καφουρόπιττα,η
Πίτα τηγανισμένη με καφούριν, δηλαδή κρούστα γάλακτος.
κιαντζ̆αλί (κιαντζαλί) ή καντζ̆αλί (καντζαλί),το
Δροσιστικό ποτό από χαρουπόμελο.
κιούλιν,το
Είδος φυτού με το οποίο αρωματίζουν διάφορα γλυκά.
κιτρόμηλον,το
Το νεράντζι.
κκιουλπαστή - κκερπαστή,η - κ(κ)ιουλπατσίν,το
Κρέας ψημένο στα κάρβουνα.
κκιοφτέριν,το
Μουσταλευριά ξηραμένη και κομμένη σε κομμάτια.
κλόκκος,ο
Ωμός καρπός.
κο(υ)τσ̆ιοζούμιν (κο(υ)τσιοζούμιν),το
Σούπα με ξίδι για την περίοδο των νηστειών.
κόλιαντρος,ο
κολοκάσιν,το
Η παλαιότερη αναφορά στο κολοκάσιν της Κύπρου ανάγεται στο 1191 μ.Χ., σύμφωνα με την οποία σερβιρίστηκε σε δείπνο για τον εορτασμό του γάμου του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου με τη Βερεγγάρια στο Κάστρο Λεμεσού (Jeffery 1926).
κολοκόπιττα ή κολοκωτή,η
κόνναρον,το
Το τζίτζυφο (Ζίζυφος ο λωτός).
κόρτα,η
Φέτα ψωμιού.
κου(δ)αμές,ο
Τα στραγάλια.
κούκκαρα - κακκούρκα,τα
Στυφά αμύγδαλα, τα τελείως άωρα αμύγδαλα, βερίκοκα κ.α.
κούκκουρον - κουκκουρού(δ)ιν,το
Παξιμάδι που έφτιαχναν το Πάσχα / Τριμμένο ψωμί τηγανισμένο στο λάδι.
κουλούμπρα - κουρβούλα,η
Είδος λαχανικού.
κούμουλλα,τα
Κυβικά παξιμάδια: που ετοίμαζε κάθε υποψήφια μητέρα ως κεραστικό για το νεογέννητο / που προσφέρονταν στους γάμους / που παρασκευάζονταν τα Χριστούγεννα.
κούννα,η
Ο ξηρός καρπός.
κουννάππιν,το
Το τζίτζυφο (Ζίζυφος ο εδώδιμος).
κούπα,η
κουπέπιν,το
Ο ντολμάς.
κουρκούτι(ν),το
κουρτουλλόπορτος,ο
Είδος νηστήσιμης σούπας.
κούσβος,ο
Το υπόλειμμα μετά την έκθλιψη του σησαμέλαιου.
κούτσακος,ο - κουτσάκιν - κουτσάτζ̆ιν (κουτσάτζιν),το
Το άγουρο σύκο.
κουφέττα αμυγδάλου Γεροσκήπου (προϊόν με γεωγραφική ένδειξη),τα
Κουφέτα αμυγδάλου Γεροσκήπου.
λαγγόπιττες,οι
Πίτες από χυλό.
λαγγόπιττες Ριζοκαρπάσου,οι
Ψήνονταν πάνω στην "πλάκαν", είδος πέτρας πάχους περίπου 3 εκατοστών που είναι στρογγυλεμένη και λεία και τοποθετείται πάνω στα κάρβουνα.
λαλάγγια ή λαλάντζ̆ια (λαλάντζια) - λαλαγγκούδκια - γερούδκια,τα
Είδος τηγανίτων, λουκουμάδες.
λαρτίν,το
Το λαρδί.
λαρτίν το πατσαλίν,το
Λίπος με κρέας.
λαρτοκουντούριν,το - λαρτοκουντούρα,η
Ορτύκι (με κοντή και λιπαρή ουρά) / Παχιά και με κοντή ουρά κότα.
λασμαρίν,το
Το δεντρολίβανο.
λαχματζ̆ού [λαχματζού],το
Είδος αρμένικης πίτσας, που υιοθετήθηκε στην Κύπρο στα νεότερα χρόνια.
λεχουζούδκια - λεφουζούδκια - λεχουσούδκια - λιχουζούδκια,τα
Είδος παξιμαδιών.
λο(υ)κκούμιν,το
Το λουκούμι.
λοκμάς,ο
Ο λουκουμάς.
λουβίν,το
Φασόλια μαυρομάτικα.
λούντζα,η
Σαρκώδες καπνιστό χοιρινό κρέας..
μα(ν)τζ̆ίλ(λ)α (μα(ν)τζίλ(λ)α) - μαξίλ(λ)α,η
Πρώιμο σύκο. / Το παστό μεγάλο σύκο σχισμένο στα δύο.
μαντζουράνα - μανζούρανα,η
Αρωματικό φυτό.
ματζ̆ούνιν (ματζούνιν),το
Ζαχαρωτό.
μάτσ̆ες (μάτσες),οι
Είδος λειωμένων σταφίδων.
μαυρόκοκκος,ο
Είδος αρτύματος.
μαχαλλεπίν - χαμαλλεπίν,το (τουρκοκυπριακό)
Η τουρκοκυπριακή κοινότητα, η οποία είχε πολλούς βοσκούς, είχε μακρά παράδοση στα γαλακτοκομικά. Οι Τουρκοκύπριοι παρασκευάζουν με διαφορετικό τρόπο το παγκύπρια γνωστό μαχαλλεπίν.
μάχος,ο
Είδος οσπρίου.
μέχλεπι,το
Είδος καρυκεύματος.
μήλλιαρος - μηλιάρισσος - πιτσικλιάντρος,ο
Το άγριο γλυκάνισο.
μουσκοκάρφιν,το
Το γαρίφαλο.
μουστάριν,το
Ο μούστος.
μουτζ̆έντρα (μουτζέντρα),η
Είδος πιλαφιού από φακή και ρύζι με ψιλοκομμένο κρεμμύδι, τηγανισμένο.
μύλλα,η
Το λίπος ζώου, κυρίως χοίρου.
μυλλόπιττα,η
Πίτα τηγανισμένη με χοιρινό λίπος.
νισ̆αστόν,το - νισ̆αστός,ο
Ο νισεστές.
νορ(ρ)όθ(θ)η - νερ(ρ)όθ(θ)η - ορόφη - ορόθη,η - (ν)ορ(ρ)ός - τυρόαλος,ο - τυρό(γ)αλον,το
Ο ορός του γάλακτος.
ξεροτήανα,τα
Οι λουκουμάδες.
ξινιάτος ή ξυνιάτος,ο
Το αγριοπάλαθο.
όξινον,το
Το λεμόνι.
παννυσ̆ί(δ)α (παννυσί(δ)α) - παννυχί(δ)α,η
Είδος άρτου.
παπίλλαρος,ο
Πρώιμο σύκο.
παπουτσόσυκον,το
Το φραγκόσυκο.
πασκιά,η
Είδος πασχαλινής πίτας.
παστέλλιν,το
πατάτες (σπαστές) αντιναχτές,οι
Μικρές διαλεχτές πατάτες που πλένονται και τηγανίζονται ακαθάριστες.
πισ̆ί(δ)ες (πισί(δ)ες),οι
Οι πισ̆ίες σερβίρονταν με ζάχαρη, με μέλι ή  με χαρουπόμελο. Ήταν ένα συνηθισμένο παρασκεύασμα από ζυμάρι που παρασκευαζόταν σε πολλές περιστάσεις. Παρασκευάζονταν ως δώρο προς τη λεχώνα μετά τον τοκετό αλλά και σαν δώρο της λεχώνας προς τους φίλους και τους συγγενείς που της ευχήθηκαν για το νεογέννητο (Λεοντίου 1983, 176; Κυπρή - Πρωτόπαπα 2003, 167). Ακόμα οι πισ̆ίες ήταν μέρος των γλυτζ̆ιστών που παρασκευάζονταν στη βάφτιση του νεογέννητου και στον γάμο (Κυπρή - Πρωτοπαπά 2003, 169, 175...
ποξαμάτιν,το
Το παξιμάδι.
πουρκούριν,το
Το πλιγούρι.
ππαλουζέ,η - ππαλουζές,ο
Η μουσταλευριά.
ππελάβιν - ππελάφιν - ππιλάφιν,το
Το πιλάβι.
πυδκιά,η
Αποξηραμένο και αλατισμένο στομάχι νεογέννητου αιγοπρόβατου ή χοίρου, που δεν είχε προλάβει να φάει χόρτο και τρεφόταν μόνο με γάλα. Αποτελούσε το κύριο συστατικό παρασκευής των κυπριακών τυριών.
σ̆άμισ̆η (σάσιμη),τα
Είδος γλυκού.
σίταρος,ο - σιταροπούλλα,η
Το καλαμπόκι.
σιφφωνάριν,το
Η βρώμη.
σ̆οίρος (σοίρος),ο
Ο χοίρος.
σουτζ̆ούκκος (σουτζούκκος),ο
Είδος κυπριακού γλυκύσματος με μουσταλευριά και ξηρούς καρπούς.
στραχούριν - τραχούριν,το
συκαμιά - συκαμινιά,η
Η μουριά.
τερατσόμελον,το
Το χαρουπόμελο.
τρεμίθκια,τα και τρεμιθέλαιο,το
Τα τρεμίθκια είναι οι καρποί της τρεμιθκιάς [τερεβύνθου], δέντρου που ανήκει στο γένος των Πιστακίων και συναντάται αυτοφυές σε όλη τη Μεσόγειο, καθώς και εκτός Μεσογείου.
τριν,το - φτενίτες,οι
Είδος ζυμαρικού.
τσίππα,η
Η κρέμα που σχηματίζεται στην επιφάνεια του γάλακτος μετά το άρμεγμα.
τσιππόπιττα,η
Πίτα φτιαγμένη με το καϊμάκι που σχηματιζόταν πάνω από το γάλα μετά το άρμεγμα.
φλαούνα - βλαούνα,η
Πασχαλινή πίτα.
Σχετικό Περιεχόμενο - Χώροι Παραγωγής - Διάθεσης
αβκολιά,η
Αυλάκι για παροχέτευση του νερού.
αντάτζ̆ιν (αντάτζιν),το
Το τμήμα του σπαρμένου χωραφιού ή του αμπελιού προς κλάδεμα και των παρομοίων που αναλογεί στον κάθε εργάτη για να εργαστεί.
αντικούτσ̆ιν (αντικούτσιν),το
Το ενοίκιο, το οποίο λαμβάνει κάποιος σε είδος, εκμισθώνοντας τα κτήματά του.
ασ̆ερωνάριν (ασερωνάριν),το
Ο αχυρώνας.
βορτωνόμυλος ή βορτονόμυλος - βορδονόμυλος,ο
Ο αλογόμυλος.
γούφα,η
Υπόγειο δωμάτιο-λάκκος για την αποθήκευση σιτηρών.
ζεξ̆ιά (ζεξιά),η
Το χρονικό διάστημα που το ζώο εργάζεται συνεχώς στο αλακάτι [μαγγανοπήγαδο].Όταν γίνεται αναφορά σε αριθμός ζεξ̆ιών χωραφιού σημαίνει μονάδα επιφάνειας.
ληνός - μουκλός,ο
Πιεστήρι με δοκό και βίδα.
μάγγανον,το
μαντζ̆ιπειόν (μαντζιπειόν),το
Το αρτοποιείο.
σέντε,το
Το πατάρι.
σόδκιασμαν,το
Η αποθήκευση των σιτηρών.


Το έργο συγχρηματοδοτείται από το Ίδρυμα Προώθησης Έρευνας Κύπρου και τα Διαρθρωτικά Ταμεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η ΔΕΣΜΗ 2008 χρηματοδοτείται από την Κυπριακή Δημοκρατία και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης της Ε.Ε.
Πνευματικά Δικαιώματα © 2010 - Εικονικό Μουσείο Κυπριακών Τροφίμων και Διατροφής